Η ζωή σε ένα σπιρτόκουτο μέσα από τη δική μου ανάγνωση:Ήρωας του βιβλίου ένας πρόσφατα χωρισμένος δημοσιογράφος από την αγαπημένη του Βερόνικα, επίσης δημοσιογράφο ή αλλιώς την διοπτροφόρο ξανθιά όπως την αποκαλεί, με το σπίτι του γεμάτο από τις φωτογραφίες της που νιώθει να τον παρακολουθούν κάθε λεπτό, ζει στη δίνη του χωρισμού του, ώσπου ένα βράδυ μία τσιγγάνα πεθαίνει από ατύχημα στο μπάνιο του σπιτιού του. Αυτός πανικοβλημένος και κυρίως μη θέλοντας να μπλέξει με τις αρχές, πετάει το πτώμα της και αρχίζει να ζει με τα φαντάσματα της αποκάλυψης της πράξης του. Μελετάει καθημερινά τις εφημερίδες για να βεβαιώνεται ότι η αστυνομία δεν βρίσκεται στα χνάρια του, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να προσποιηθεί ότι ως ρεπόρτερ ενδιαφέρεται για τον θάνατο της νεαρής και να πλησιάσει την οικογένεια της. Η μαγεία αυτού του βιβλίου δε, είναι η αναδρομή που γίνεται από την πρώτη έως και την τελευταία σελίδα στα παιδικά χρόνια του ήρωα, στην λιτή έως στερημένη ζωή που έζησε μαζί με τους γονείς του, στους εφηβικούς έρωτες του μέχρι και την τωρινή ζωή του σ’ ένα πολυτελές διαμέρισμα. Λογικό είναι να μην σας αποκαλύψω το τέλος, (αυτό θα ήταν ασέβεια και προς τον συγγραφέα και προς το έργο του) παρά μόνο να σας προτρέψω να το διαβάσετε. Μία πρόταση για όσους από εσάς αρέσκονται μέσα από ένα βιβλίο να συναντούν τον ήρωα σε κάθε φάση της ζωής του και να τον ακολουθούν σε παρόν και παρελθόν. Ο συγγραφέας, έντονα επηρεασμένος από την πολιτικο-οικονομική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα του την Αλβανία αφήνει το κλίμα αυτό να περνάει και μέσα από το βιβλίο του. Ο αναγνώστης εισχωρεί μέσα από την ματιά του Κογκόλι σε χρόνους και κοινωνίες μέσα από την πορεία ενός ήρωα που σου δημιουργεί έντονα την αίσθηση ότι έχει δανειστεί κάτι παραπάνω από τον δημιουργό του πέρα από την φαντασία και την μυθοπλασία.
Επέλεξα να σας μεταφέρω ένα από τα πολλά αποσπάσματα που δικαιολογούν και τον τίτλο του βιβλίου. Στο μικρό διαμέρισμα όπου ζούσαν, ο ήρωας ως παιδί μοιραζόταν το ίδιο υπνοδωμάτιο με τους γονείς του, ενώ το μπάνιο και η κουζίνα αποτελούσαν ενιαίο χώρο:
Το λέω δημοσίως πως οι γονείς μου παντρεύτηκαν από έρωτα. Ελπίζω αυτή η ομολογία μου να τους χαροποιήσει και να με συγχωρέσουν για τις γαργαλιστικές νυχτερινές λεπτομέρειες που φανέρωσα πιο πάνω ή τις άλλες, λόγου χάρη, να τους βλέπω να ντύνονται και να ξεντύνονται μπροστά στα μάτια μου. Στην ολόχαρη στενωπό της ζωής μας αυτό ήταν κάτι το φυσιολογικό. Τόσο φυσιολογικό, σας λέω, όσο και το μαγείρεμα στο μπάνιο. Σε κείνες τις γκαζιέρες πετρελαίου που φαντάζομαι θα τις θυμάστε -δεν πέρασε και πολύς καιρός για να τις ρίξετε στη λησμονιά- στην καλύτερη των περιπτώσεων τοποθετημένες σε ειδικό άνοιγμα στον τοίχο ή συνήθως αφημένες στο δάπεδο, αλά τούρκα, στη γωνιά του μπάνιου. Η περίπτωση της μητέρας μου ήταν η καλύτερη, η κάλλιστη θα έλεγα. Η καμάρα της γκαζιέρας πετρελαίου στο μπάνιο μας είχε ανοιχτεί σχετικά ψηλά, είχε βάθος, ήταν επενδυμένη με λευκό εμαγιέ πλακάκι και επικοινωνούσε με την καμινάδα του τζακιού μέσω της οποίας απομακρύνονταν τα αέρια. Δύο φύλλα από χοντρό τζάμι σε μεταλλικά ανοξείδωτα πλαίσια, που ανοιγόκλειναν, εξασφάλιζαν την απομόνωση απ’ το υπόλοιπο μπάνιο. Έργο τέχνης! Η μητέρα μου δεν έχανε την ευκαιρία να επιδεικνύει με καμάρι το απόκτημα της στον κάθε επισκέπτη μας, απ’ τους γείτονες έως τα κοντινά και μακρινά ξαδέλφια μας. Όσο για τα υπόλοιπα αέρια, εκείνα που εκλύονταν απ’ το στόμιο της χέστρας δαπέδου, έπρεπε να βρουν τη δίοδο εξόδου τους από ένα μικρό, πολύ μικρό, παραθυράκι εξαερισμού, ανάλογο των διαστάσεων σπιρτόκουτου μπάνιου. Το παραθυράκι αυτό δεν έκλεινε ποτέ. ΄Έτσι, στο χώρο του διαμερίσματος ούτε στιγμή δεν διαχεόταν η δυσοσμία του μπάνιου ή η μυρουδιά του φαγητού . Είχαμε πετύχει, επομένως, τον τέλειο συνδυασμό μπάνιου-κουζίνας, που μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο για τις Αλβανίδες νοικοκυρές, να προβληθεί ως πλέον κατάλληλη καινοτομία ορθολογικής αξιοποίησης αυτού του οικιακού χώρου διττού ρόλου: μπάνιου-κουζίνας.
Στο δεύτερο απόσπασμα φαίνεται ξεκάθαρα η γεμάτη στερήσεις ζωή του ήρωα ως παιδί. Η οικογένεια έχει ενημερωθεί ότι με την ευκαιρία της 5ης Μαΐου (Μέρα των Πεσόντων) θα δεχθεί τιμητική επίσκεψη από ένα υψηλά ιστάμενο στέλεχος του κόμματος:
Έχω ολοζώντανη μπροστά μου τη σκηνή εκείνης της ημέρας. Έχει εντυπωθεί στο μυαλό μου σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ακριβώς στο κέντρο του χώρου υποδοχής βρίσκεται το χαμηλό στρογγυλό τραπέζι. Πάνω του, μία γυάλινη πιατέλα γεμάτη μήλα στάρκιν. Φλογάτα και μεγάλα. Μήλο δεν έβρισκες στην αγορά, απ όλες τις ποικιλίες -πόσω μάλλον στάρκιν-. Αυτά μπόρεσε και τα προμηθεύτηκε η μητέρα μου από κάποια αποθήκη, δεν ξέρω που, με ειδική εξουσιοδότηση που της είχε δοθεί με την ευκαιρία της επετείου. Όλα κι όλα πέντε κιλά. Κάθε οικογένεια πεσόντος, που δεχόταν επισκέψεις απ’ τις Αρχές με την ευκαιρία της επετείου, δικαιούνταν πέντε κιλά μήλα, ένα λίτρο ρακί και δύο πακέτα καφέ. Καθόμουν όρθιος, δίπλα στον πατέρα μου, με τα μάτια καρφωμένα στα μήλα. Η μητέρα δεν είχε επιτρέψει σε κανέναν μας απ’ την οικογένεια να απλώσει χέρι. Μόνο μετά το πέρας της επίσκεψης, αν φυσικά έμενε κανένα. Θα έμενε, όμως;
<…>
Ούτε που με ένοιαζε τι έλεγε το υψηλό στέλεχος. Το μεγαλύτερο μέρος της πιατέλας μου έκλεινε το μάτι και τότε θυμήθηκα πως τελευταία φορά είχα φάει μήλο την προηγούμενη Πρωτοχρονιά. Τότε είχα φάει τελευταία φορά και μπακλαβά.
<…>
Μετά το λογύδριο του, ο υψηλός αξιωματούχος ήπιε ρακί, κάνοντας μία πρόποση, προς τιμήν των πεσόντων. Ακολούθησαν όλοι οι υπόλοιποι. Ο πατέρας μου έσπευσε να ξαναγεμίσει τα ποτήρια που τα είχαν αδειάσει άσπρο πάτο. Ήλπιζα πως οι παρευρισκόμενοι ούτε που θα τα άγγιζαν τα μήλα, κανένας τους δεν θα έβαζε μήλο στο στόμα. Η ελπίδα μου όμως έσβησε, όταν ο πρώτος ο υψηλός αξιωματούχος έβαλε χέρι. Χούφτωσε μάλιστα το μεγαλύτερο απ’ όλα, αυτό που μου έκλεινε το μάτι, και του έμπηξε μία δαγκωματιά. Αυτός το δάγκωνε και μένα μου ‘ρθε να τον πιάσω απ’ το λαιμό. «Κοιλαρά», ψέλλισα μέσα μου, «είσαι ένα αχόρταγο σκουλήκι που τρώει μήλα. Είσαι το Μπάσο Σκουλήκι, βγήκες από τον ξύλινο σκελετό του καναπέ».
<…>
Ωστόσο, οι χερούκλες όλων είχαν απλωθεί πάνω απ’ τα μήλα, η πιατέλα άδειασε και εγώ έσκασα στα γέλια. Οι λιγούρηδες που καταβρόχθισαν τα μήλα μου φάνηκαν σαν σκουλήκια με κοστούμια και γραβάτες.
Ούτε που κατάλαβα τι γέλιο ήταν αυτό που βγήκε απότομα από μέσα μου. Εκείνοι, εμβρόντητοι, έστρεψαν το κεφάλι προς την κατεύθυνση μου. Όσο πιο επίμονα με κοιτούσαν τόσο πιο ασυγκράτητο γινόταν το γέλιο μου. Μπροστά μου είχα μία Σκωληκοχορωδία, όλοι τους με κοστούμια και γραβάτες. Στημένη μόνο για εορταστικές επετείους. Τα Σκουλήκια της Μέρας των Πεσόντων. Τότε ο πατέρας μου σηκώθηκε, με πήρε από το χέρι και με έβγαλε έξω στο διάδρομο. «Τι χαχανητό ηλίθιου ήταν αυτό;!»
Σκέφτηκα να πάω στο υπόγειο όταν στην ανοιχτή πόρτα του χώρου υποδοχής απ’ όπου ερχόταν η καμπανιστή φωνή του Μπάσου Σκώληκα, ξεπρόβαλε η Ανίλα. Δεν της άφησα περιθώρια να ξεσπάσει πάνω μου με τους γνωστούς επιθετικούς προσδιορισμούς «ηλίθιε» και «καθυστερημένε». Απ’ τη στιγμή εκείνη το υπόγειο έγινε το καταφύγιο των δραπετεύσεων μου.
Η ζωή σε ένα σπιρτόκουτο
Φάτος Κονγκόλι
Μετάφραση: Νίκος Αναγνώστου
Εκδόσεις: ΑλΔΕ
Βιογραφικό:
Ο Φάτος Κονγκόλι γεννήθηκε στο Ελμπασάν το 1944. Σπούδασε μαθηματικά σε Πεκίνο και Τίρανα. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και συντάκτης ενώ τα μυθιστορήματα του που μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες απέσπασαν την εκτίμηση του αλβανικού και ξένου αναγνωστικού κοινού και έκαναν τους κριτικούς να τον αντιμετωπίσουν ως διάδοχο του Κανταρέ. Κέρδισε τρεις φορές το βραβείο του καλύτερου βιβλίου πεζογραφίας της χρονιάς (1995, 2000, 2002) καθώς και το βραβείο «Βελία». Αναδείχθηκε νικητής του διεθνούς διαγωνισμού «Balkanika» 2002 και του ύψιστου βραβείου λογοτεχνίας της Αλβανίας «Χρυσή πένα» 2004. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν και τα άλλα δύο του βιβλία, «Ο αχαΐρευτος» εκδόσεις Καστανιώτη και «Το όνειρο του Δαμοκλέους» εκδόσεις Κέδρος.
Και κάποια αποσπάσματα από συνεντεύξεις του συγγραφέα όταν φιλοξενήθηκε στις σελίδες της Ελευθεροτυπίας.
__Ποια ήταν η θέση των συγγραφέων και των γραμμάτων γενικότερα κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος και μετά από αυτό;
«Ένα από τα πιο ισχυρά όπλα των κομμουνιστικών καθεστώτων ήταν η δημαγωγία. Η λογοτεχνία αποτελούσε μέρος της δημαγωγίας αυτής. Το δικτατορικό καθεστώς επέβαλε τη σιωπή στους πολιτικούς του αντιπάλους, μεταξύ αυτών πολλοί συγγραφείς, φυλακίζοντάς τους και εξοντώνοντάς τους φυσικά, ενώ τους υπόλοιπους προσπαθούσε να τους εκμεταλλευτεί για προπαγανδιστικούς λόγους. Γι' αυτό, ενώ η εξουσία έδινε την εντύπωση ότι σεβόταν και στήριζε τη λογοτεχνική δημιουργία, αυτό συνέβαινε μόνο στο βαθμό που οι συγγραφείς λειτουργούσαν ως πειθήνια όργανά της. Σε αυτή την περίπτωση ο δρόμος για την έκδοση ενός έργου ήταν ανοιχτός: υπήρχαν προνόμια εργασίας, στέγασης κ.λπ. Ο μηχανισμός αυτός έφτιαχνε συνεχώς "συγγραφείς", οι οποίοι συμμετείχαν σε μια οργάνωση που λεγόταν "Ένωση Συγγραφέων και Καλλιτεχνών Αλβανίας". Η Ένωση αυτή ήταν ένα δυνατό χαρτί στα χέρια του καθεστώτος και έλεγχε αυστηρώς όλη τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική, εν γένει, ζωή της χώρας. Τυπικά η Ένωση εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα, σαν απολίθωμα του παλιού καιρού, αλλά ουσιαστικά είναι ανενεργός. Σήμερα οι Αλβανοί συγγραφείς αντιμετωπίζουν προβλήματα εντελώς διαφορετικής τάξης από εκείνα του παρελθόντος. Αν και δεν υπάρχει πλέον ο φόβος των διώξεων για ιδεολογικούς λόγους, είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσουν στις συνθήκες της οικονομίας της αγοράς. Η πλειονότητα των συγγραφέων ζουν με πενιχρά μέσα. Το να είσαι συγγραφέας στην Αλβανία τού σήμερα δεν είναι και τόσο εύκολο, πρέπει να αποδεχτείς ότι θα αντιμετωπίσεις στερήσεις. Ωστόσο αυτή είναι μια προσωπική επιλογή, με όλα τα επακόλουθα. Ο άνθρωπος πρέπει να αμύνεται των επιλογών του. Ειδάλλως πρέπει να αφήσει τη λογοτεχνία και να ασχοληθεί με κάτι πιο επικερδές».
__Στα μυθιστορήματά σας δίνετε μια εικόνα πολύ σκοτεινή της σύγχρονης Αλβανίας. Είστε απογοητευμένοι από τη χώρα σας και γιατί;
«Η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα στον κόσμο η Αλβανία δεν είναι η καλύτερη, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τη ζοφερότητα των μυθιστορημάτων μου. Είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Πράγματι νιώθω μια βαθιά απογοήτευση, αλλά όχι από τη χώρα μου. Τη χώρα μου την αγαπώ, όπως κάθε πολίτης τη δική του. Η απογοήτευσή μου είναι μεταφυσική. Στη δικτατορία το άτομο ήταν καταπιεσμένο και εμένα ανέκαθεν με έλκυε η σχέση ατόμου - πλήθους, ατόμου - εξουσίας. Εκείνα τα χρόνια, το άτομο έβγαινε πάντα χαμένο, ισοπεδωμένο από το πλήθος, καταπιεσμένο από την εξουσία. Αργότερα, μετά το '91, όταν άρχισε η ανατροπή της δικτατορίας, η Αλβανία βίωσε τη λεγόμενη μεταβατική περίοδο. Η πιο μαγική στιγμή εκείνης της νέας εποχής ήταν η αρχή, η είσοδος στον κόσμο της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Όμως αυτό ήταν μόνο μια αυταπάτη. Σύντομα οι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια άλλη πραγματικότητα, ορισμένες φορές πολύ άγρια και άπονη, απάνθρωπη θα έλεγα· σ' ένα περιβάλλον ζούγκλας, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού. Στο κέντρο των μυθιστορημάτων μου είναι το "αδύναμο" και ανυπεράσπιστο άτομο, που είναι ικανό να σκεφτεί, να στοχαστεί και να αντιληφθεί ότι νικητές βγαίνουν πάντα οι "ισχυροί". Και όλα αυτά δεν μπορούν να καλλιεργήσουν ένα αίσθημα ψυχικής ευφορίας».
__Στο οποίο κυρίαρχο στοιχείο είναι ο πεσιμισμός, σαν οι ήρωές σας να μην έχουν τέλος. Εσείς ως άνθρωπος είσθε απαισιόδοξος;
«Έχετε δίκιο για τους ήρωές μου. Είναι έτσι όπως τους περιγράφετε. Δεν νομίζω όμως ότι υπαίτιος είμαι εγώ με την απαισιοδοξία μου. Κάποτε, στα νιάτα μου, ήμουν πιο αισιόδοξος, με όλη τη σημασία της λέξης. Όταν είσαι νέος έχεις περισσότερα κίνητρα στη ζωή».

